[...]
Δεν κοιτάζονταν. Στο κοινό τους μισοσκόταδο, ήταν κι οι δυο τους σοβαροί και σιωπηλοί.
Εκείνος κρατώντας το αριστερό της χέρι, της έβγαζε και της ξαναφορούσε το φιλντισένιο δαχτυλίδι και το ασημένιο δαχτυλίδι.
Ύστερα, κρατώντας της το δεξί, της έβγαλε και της ξαναφόρεσε τα δύο ασημένια δαχτυλίδια και το χρυσό δαχτυλίδι με τα πετράδια.
Εκείνη άπλωνε πότε το ‘να χέρι, πότε τ’ άλλο.
Αυτό κράτησε κάποια ώρα. Τα δάχτυλα πλέχτηκαν μεταξύ τους και οι παλάμες ενώθηκαν.
Οι κινήσεις τους ήταν λεπτές και αργές, σαν να φοβόνταν μη κάνουν λάθος.
Δεν ήξεραν πως αυτό το παιχνίδι ήταν αναγκαίο, προκείμένου, στο μέλλον, να συμβεί κάτι προκαθορισμένο, σε μια προκαθορισμένη περιοχή [...]
Από την συλλογή “Ιστορία της νύχτας” του Χόρχε Λουίς Μπόρχες σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη