[...]
- Εσένα πός σε λένε; τί δουλιά κάνις;
- Δεν αφίνις τίν παλιοκουβέντα ρέ σαχλαμάρα που κάνις πός δέν μέ ξέρις.
- Ό καλός τό Ζάρκο τό φίλο μου. Δέ μούστιλες κανένα κόμι γράμα.
- Δέ βρίσκο λόγια νά γράψο πού να μπορούν νά σέ προσβάλουν γιατί έχις χοντρό δέρμα, (έστισες σε όλα τα πρόσοπα που ίσαντε στό γραφίο. Ό Κουτσουμάρις κοκίνισε σαν πασχαλιάτικο αβγό).
- Τί πίγες να κάμις στί βουλί; Γιά νά υποστιρίξις τό ταξικό σου σιμφέρον;
- Ξέρις ότι ίμε λογοτέχνις. Πίγα νά δό πράγματα πού ίσος μού χριαστούν νά τά γράψο.
- Τί ίδες;
- Δεν πρόφτασα να δό τίποτα άλο από ότι έπαθα.
- Τί έπαθες;
- Διό κανίβαλοι μού στρίβαν τά χέρια στό δρόμο κέ χο΄ρίς να καταλάβο πός, βρέθικα μέσα στο θέατρο κέ απέναντι σαφτόν τον χαχόλο το μουλάρι αφτό (έδιξα τόν κίκλοπα αρχιφίλακα πού στεκόταν δίπλα στό γραφίο του ορθός μέ τό σιμιοματάριο στά χέρια) πού μού μάβρισε τό στίθος μέ τίς γροθιές του, χορίς νά ξέρι κιαφτός γιατί μέδερνε κέ θα τόκανε αφτό, γιατί, τούφερνε εφχαρίστισι. Τέτια τέρατα ίσαστε.
Γιρίζοντας τό πρόσοπό του στόν “κίκλοπα” τόν ρότισε:
- Αλίθια;
- Μά τόν βρίκαμε ένα “Ριζοσπάστη” κέ μία “Νεολέα” ίπε ό μαντράχαλος κομικά διλά.
- Τρομέρά επαναστατικά έντιπα πού απαγορέβεται νά τά αγοράζι κέ νά τά έχι κανίς πάνου του πουλιόντε όμος ελέφτερα σέ όλα τά περίπτερα. Τί πρόστυχα τέρατα ίσαστε σίς πού με τιν πρόφασι ότι επιβάλετε τό νόμο παρανομίτε μέ τόν ανιθικότερο τρόπο.
- Θά πάς κίριε Ζάρκο στόν ισαγκελέα νά του πίς κιαφτουνού ότι πίγες στί βουλί γιά να υποστηρίξις τό ταξικό σου συμφέρον.
- Κάμε ότι περνάι από τό χέρι σου.
[...]
Γιώργης Ζάρκος, Μιά σιμορία κακοπιί μέ αρχηγό τον Κουτσουμάρι μιστικί αστυνομία τις Αθίνας