[...]
«Πολύ καλά,» είπε «έλα αύριο το πρωί στη γωνία των τάδε και δείνα δρόμων» – έχω ξεχάσει τη διεύθυνση. «Ξέρεις, εκεί που βρίσκεται το καμμένο κτίριο, θα έρθεις να κουβαλάς τούβλα.»
«Ωραία κύριε, θα είμαι εκεί.»
Άφησε ένα γρύλισμα και συνέχισε το φαγητό του. Περίμενα. Μετά από ένα-δύο λεπτά σήκωσε το βλέμμα του και με μια έκφραση ακόμα-εδώ-είσαι; ρώτησε: «Λοιπόν;»
«Περιμένω, κάτι να φάω» είπα ευγενικά.
«Το ‘ξερα πως δεν ήθελες δουλειά!» βρυχήθηκε.
[...]
«Θα σου πω τι θα κάνουμε» είπε με το στόμα γεμάτο. «Θα έρθεις αύριο για δουλειά και κατά το μεσημέρι, θα σου φέρω φαγητό. Έτσι θα δούμε αν είσαι τίμιος ή όχι.»
«Και στο μεταξύ…» είπα μα με διέκοψε.
«Αν σου δώσω να φας τώρα, δεν πρόκειται να σε ξαναδώ. Ξέρω καλά το σινάφι σου. Κοίταξέ με. Δε χρωστάω κανενός. Κι ούτε έπεσα ποτέ τόσο χαμηλά, ζητιανεύοντας για να φάω. Πάντοτε δούλευα κι έβγαζα το ψωμί μου. Το πρόβλημα με σένα είναι πως είσαι άσωτος και τεμπέλης. Το βλέπω στο πρόσωπό σου. Όλη μου τη ζωή δούλεψα τίμια. Κι έφτασα ως εδώ με το σπαθί μου. Και για σένα ισχύει το ίδιο, αν δουλεύεις και είσαι τίμιος.»
«Σαν εσάς;» ρώτησα.
Αλίμονο, ούτε μια αχτίδα ευθυμίας δεν είχε φτάσει ποτέ στην καταρρακωμένη απ ‘τη δουλειά ψυχή του.
«Ναι, σαν κι εμένα» απάντησε.
«Όλοι εμείς;» ρώτησα.
«Ναι, όλοι εσείς» απάντησε, με τη φωνή του να δονείται από αυτοπεποίθηση.
«Αν γινόμασταν όλοι σαν κι εσάς,» είπα «ποιος θα ερχόταν να κουβαλήσει τα τούβλα σας;»
[...]
Τζακ Λόντον, Ο Δρόμος (1907), μετάφραση Κώστας Κατσικιάς, Νικ Μπήτνικ